Δύο πράγματα μισώ στις κηδείες. Το ένα είναι οι ανέμπνευστοι λόγοι των παπάδων με επιχειρήματα που μπορούν να οδηγήσουν όλα σου τα εγκεφαλικά κύτταρα σε μαζική αυτοκτονία. («Ας μη λυπούμαστε που ο αδερφός μας Τάδε μάς άφησε λίγες μέρες μετά την Ανάστασή Του, διότι ο Κύριος θέλησε να πάρει τον πιστό αδελφό μας μαζί Του». «Α, εντάξει τώρα νοιώθω ήδη καλύτερα!»). Το άλλο, είναι οι τεθλιμμένοι-γιαλαντζί, ο συρφετός που δε λείπει ποτέ από τέτοιες κοινωνικές εκδηλώσεις, ώστε να δοκιμαστεί λίγο ακόμη η υπομονή όσων πραγματικά υποφέρουν από την απώλεια.
Ανάμεσα τους βρίσκονται σεσημασμένοι γκρίζοι κότσοι με ταγιεράκια στις αποχρώσεις του νέφους(ναι, είναι και εκείνη η θείτσα που την τελευταία φορά που πήγες να κοινωνήσεις με αργές και μεθοδευμένες σπρωξιές σου φαγε τη σειρά και ύστερα γέμισε την τσάντα της με αντίδωρα), μπαρμπάδες που βρίσκουν την πλέον ακατάλληλη ώρα να παίξουν τη κομπολόγα τους ή τα κλειδιά τους, και άλλες εύθυμες κυράδες με δωδεκάποντα που ήρθαν να κάνουν το social networking τους. Τα καλόπιστα δε σχόλια αυτών των ανθρώπων, για κάποιο λόγο που η επιστήμη δεν έχει εξηγήσει ακόμα, φτάνουν στο αποκορύφωμά τους τη δύσκολή ώρα του νεκροταφείου.
Ανάμεσα στις ψαλμωδίες των επαγγελματιών διαμεσολαβητών του θεούλη με τη γενειάδα- που λίγο πριν με κάρφωνε με το βλοσυρό βλέμμα του από τον τρούλο-και το σούσουρο των τεθλιμμένων που νοιάζονται τόσο πολύ για την οικογένεια του θανόντος που φροντίζουν να μοιραστούν κάθε πληροφορία που περιείχε το Ε9 του μακαρίτη με το διπλανό τους, στο αυτιά μου φτάνουν λόγια που με κάνουν να σκέφτομαι πως η ξετσιπωσιά δεν γνωρίζει όρια. «Τους τακτοποίησε όμως όλους, έννοια σου, έχουν αυτοί…υπάρχουν και χειρότερα», ψιθυρίζουν όλο νόημα και φαρμακερά βλέμματα, λες και το κενό καλύπτεται με ένα αυτοκίνητο ή ένα διαμέρισμα παραπάνω. Ακόμα, ανταλλάσσονται και πληροφορίες ήσσονος σημασία, τα trivial που λέμε της κηδείας, όπως π.χ αν ο παπάς ήταν από τη χάι ή τη μπας κλας ενορία, αν ο γιος του αποθανόντος παντρεύτηκε (και που ’ν’ τηνα τη νύφη;) κι αν το μαρμαράκι ήταν παριανό. Κάθομαι σε μια γωνιά περιστοιχισμένη από δύο τέτοιες κυράτσες και αναλογίζομαι πόσο δεν τους αγγίζει το όλο σκηνικό, και πόσο τηλεοπτικά, σαν happening, μακρινό και ανώδυνο αντιμετωπίζουν το πόνο του άλλου. Παρόλο που στέκονται μόλις τρία μέτρα από εκεί που κάποιοι αποχαιρετούν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο.
Σε αυτό το σημείο, και επειδή με φαντάζομαι να βουτάω ένα από τα στεφάνια και να τους το φέρνω κολάρο, αφήνω το μυαλό μου να δραπετεύσει μακριά σε μια σκέψη ή μάλλον σε ένα όνειρο που έκανα από μικρή. Φανταζόμουν λοιπόν ότι όταν πεθαίνουμε δεν πηγαίνουμε ούτε σε δροσερά λιβάδια να πήζουμε μια αιωνιότητα, ούτε βράζουμε στα καζάνια της κολάσεως σαν τραχανάς, παρά πηγαίνουμε σε μια παραλία απέραντη, όλο ψιλή άμμο. Εκεί, βρίσκονται τραπέζια στρωμένα με λευκά τραπεζομάντιλα κάτω από τον ήλιο και ποτήρια γεμάτα ούζα και κρασιά. Και όλοι οι αγαπημένοι μας είναι εκεί και μας περιμένουν, χαμογελαστοί, μονιασμένοι και ελαφρώς νταγκλαρισμένοι (φταίει μάλλον που στο όνειρό μου για τη μετά θάνατον ζωή ποτέ δεν φανταζόμουν φαγητά). Εκεί θέλω να φαντάζομαι ότι πήγε και ο Π. σήμερα. Εκεί που δεν υπάρχουν ούτε κυράτσες, ούτε πόνος, ούτε κακεντρέχεια. Μόνο η υπόσχεση μιας αιώνιας καλοκαιρινής μέρας.
Ανάμεσα τους βρίσκονται σεσημασμένοι γκρίζοι κότσοι με ταγιεράκια στις αποχρώσεις του νέφους(ναι, είναι και εκείνη η θείτσα που την τελευταία φορά που πήγες να κοινωνήσεις με αργές και μεθοδευμένες σπρωξιές σου φαγε τη σειρά και ύστερα γέμισε την τσάντα της με αντίδωρα), μπαρμπάδες που βρίσκουν την πλέον ακατάλληλη ώρα να παίξουν τη κομπολόγα τους ή τα κλειδιά τους, και άλλες εύθυμες κυράδες με δωδεκάποντα που ήρθαν να κάνουν το social networking τους. Τα καλόπιστα δε σχόλια αυτών των ανθρώπων, για κάποιο λόγο που η επιστήμη δεν έχει εξηγήσει ακόμα, φτάνουν στο αποκορύφωμά τους τη δύσκολή ώρα του νεκροταφείου.
Ανάμεσα στις ψαλμωδίες των επαγγελματιών διαμεσολαβητών του θεούλη με τη γενειάδα- που λίγο πριν με κάρφωνε με το βλοσυρό βλέμμα του από τον τρούλο-και το σούσουρο των τεθλιμμένων που νοιάζονται τόσο πολύ για την οικογένεια του θανόντος που φροντίζουν να μοιραστούν κάθε πληροφορία που περιείχε το Ε9 του μακαρίτη με το διπλανό τους, στο αυτιά μου φτάνουν λόγια που με κάνουν να σκέφτομαι πως η ξετσιπωσιά δεν γνωρίζει όρια. «Τους τακτοποίησε όμως όλους, έννοια σου, έχουν αυτοί…υπάρχουν και χειρότερα», ψιθυρίζουν όλο νόημα και φαρμακερά βλέμματα, λες και το κενό καλύπτεται με ένα αυτοκίνητο ή ένα διαμέρισμα παραπάνω. Ακόμα, ανταλλάσσονται και πληροφορίες ήσσονος σημασία, τα trivial που λέμε της κηδείας, όπως π.χ αν ο παπάς ήταν από τη χάι ή τη μπας κλας ενορία, αν ο γιος του αποθανόντος παντρεύτηκε (και που ’ν’ τηνα τη νύφη;) κι αν το μαρμαράκι ήταν παριανό. Κάθομαι σε μια γωνιά περιστοιχισμένη από δύο τέτοιες κυράτσες και αναλογίζομαι πόσο δεν τους αγγίζει το όλο σκηνικό, και πόσο τηλεοπτικά, σαν happening, μακρινό και ανώδυνο αντιμετωπίζουν το πόνο του άλλου. Παρόλο που στέκονται μόλις τρία μέτρα από εκεί που κάποιοι αποχαιρετούν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο.
Σε αυτό το σημείο, και επειδή με φαντάζομαι να βουτάω ένα από τα στεφάνια και να τους το φέρνω κολάρο, αφήνω το μυαλό μου να δραπετεύσει μακριά σε μια σκέψη ή μάλλον σε ένα όνειρο που έκανα από μικρή. Φανταζόμουν λοιπόν ότι όταν πεθαίνουμε δεν πηγαίνουμε ούτε σε δροσερά λιβάδια να πήζουμε μια αιωνιότητα, ούτε βράζουμε στα καζάνια της κολάσεως σαν τραχανάς, παρά πηγαίνουμε σε μια παραλία απέραντη, όλο ψιλή άμμο. Εκεί, βρίσκονται τραπέζια στρωμένα με λευκά τραπεζομάντιλα κάτω από τον ήλιο και ποτήρια γεμάτα ούζα και κρασιά. Και όλοι οι αγαπημένοι μας είναι εκεί και μας περιμένουν, χαμογελαστοί, μονιασμένοι και ελαφρώς νταγκλαρισμένοι (φταίει μάλλον που στο όνειρό μου για τη μετά θάνατον ζωή ποτέ δεν φανταζόμουν φαγητά). Εκεί θέλω να φαντάζομαι ότι πήγε και ο Π. σήμερα. Εκεί που δεν υπάρχουν ούτε κυράτσες, ούτε πόνος, ούτε κακεντρέχεια. Μόνο η υπόσχεση μιας αιώνιας καλοκαιρινής μέρας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου