Όταν ήμουν μικρή
πίστευα ότι όλα τα ζεύγη πραγμάτων
κρύβουν μέσα τους μια σύγκρουση. Όπως
το Ναγκόρνο-Καραμπάχ ας πούμε. Ή όπως η
μαμά και ο μπαμπάς.
Επίσης από πολύ
νωρίς είχα καταλάβει ότι αυτές οι
συγκρούσεις κρατάνε χρόνια και μπορεί
ποτέ να μη δούμε το τέλος τους. Όπως η
Ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση. Ή
όπως ο γάμος της μαμάς και του μπαμπά.
Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πως θα
είναι η ζωή αν Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι
αποφασίσουν να ζήσουν αρμονικά, χωρίς
να ανταλλάσσουν ρουκέτες με την ίδια
ευκολία που εμείς στην καθημερινότητά
μας ανταλλάσσουμε
τηλέφωνα.
Και φυσικά κανείς
δεν μπορεί να φανταστεί πως θα ήταν η
παραμονή Χριστουγέννων, το Μεγάλο
Σάββατο ή κάποια βράδια Παρασκευής
(όπου το σπίτι μύριζε “μέριτο” χάρη
στις αψεγάδιαστες ντάνες με τα
φρεσκοπλυμένα ρούχα που στόλιζαν το
καθιστικό και κρατούσαν παρέα στην
τηλεόραση που έπαιζε ξεχασμένη ανοιχτή)
αν δεν υπήρχε εκείνη η ένταση μεταξύ
του μπαμπά και της μαμάς. Δεν μιλάω για
πιάτα που εκσφενδονίζονται στον τοίχο
και κρυστάλλινα σταχτοδοχεία (δώρα
γάμου) που σμπαραλιάζονται μετά τσιρίδος
πάνω στο παρκέ. Όχι.
Μιλάω για
δηλητηριώδη βλέμματα που ανταλλάσσονται
πάνω από την πιατέλα με τη γέμιση, για
γρήγορες κλοτσοπατινάδες (σιγά, για να
μην ακούσουν οι καλεσμένοι στο καθιστικό)
την ώρα που αυγοκόβεται η μαγειρίτσα
στην κουζίνα, για λόγια φορτωμένα
υπονοούμενο και πολυκαιρινό παράπονο
(εικοσαετίας τουλάχιστον) ενώ κάποιος
τηλεοπτικός γελωτοποιός νανουρίζει με
κολακείες κατάκοπους νοικοκυραίους.
«Είσαι καλός όπως είσαι. Μικρός. Άθλιος.
Μίζερος. Πιο λίγος και από το ελάχιστο
της πρώτης νιότης σου. Δεν χρειάζεται
να κάνεις τίποτα. Οι άλλοι φταίνε.
Κοιμήσου.»
Παράπονα και
λόγια πικρά, κρυμμένα κάτω από το χαλί,
μέσα στη γαλοπούλα αντί για κάστανα.
Κάποια στιγμή δεν μπορεί, θα μπερδευτείς
και είτε θα πέσεις είτε θα τα γευτείς.
Σε κάθε περίπτωση η εμπειρία δεν θα
είναι ευχάριστη.
Αλλά η ζωή
συνεχίζεται. Μεγαλώνοντας έμαθα ότι το
Ναγκόρνο-Καραμπάχ είναι μια περιοχή,
και όχι δύο. Για πολλά χρόνια πίστευα
ότι το Ναγκόρνο είχε επιτεθεί στο
Καραμπάχ ή κάτι τέτοιο. Μεγαλώνοντας
επίσης έμαθα ότι ο μπαμπάς δεν είχε
κλέψει τη μαμά, ούτε η μαμά είχε παντρευτεί
το μπαμπά με το ζόρι. Άλλο που έτσι θα
νόμιζε κανείς αν μπορούσε-αόρατος-να
επισκεφτεί το σπίτι μας.
Ο μπαμπάς
κι η μαμά δεν θα μπορούσαν να είναι
τίποτε άλλο εκτός από ζευγάρι για να
δίνουν ο ένας στον άλλον την ευκαιρία
να παίξουν το ρόλο τους σε μια ναρκοθετημένη
περιοχή που λέγεται “γάμος”.
Και κάπως έτσι,
με περιόδους ειρήνης και φιλίας να
διαδέχονται άλλες, ψυχρών ή θερμών
πολέμων, η ζωή συνεχίζεται. Και στο
μεσοδιάστημα τραπέζια στρώνονται και
ξεστρώνονται με λευκά κεντητά
τραπεζομάντιλα (από την προίκα της
προγιαγιάς), ασημικά γυαλίζονται και
μαυρίζουν πάλι μέχρι την επόμενη βεγγέρα.
Μέχρι την επόμενη ρουκέτα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου